Με αφορμή την έκθεση που πραγματοποιείται στην αίθουσα τέχνης του Κέντρου Πολιτισμού «REMEZZO» της Καλαμαριάς, με θέμα «Το Ελληνικό Θαύμα στην Τασκένδη» σας παραθέτουμε παρακάτω, τις ιστορικές περιόδους του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού Ουζμπεκιστάν:
Στα τέλη Αυγούστου 1949, ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας (ΔΣΕ) ηττήθηκε στη μάχη του Γράμμου, σηματοδοτώντας το τέλος του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949). Οι μαχητές του ΔΣΕ και κάποιοι από τις οικογένειές τους υποχώρησαν προς την Αλβανία, όπου και συγκεντρώθηκαν. Από την Αλβανία μεταφέρθηκαν είτε στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης είτε στη Σοβιετική Ένωση. Οι ηλικιωμένοι, οι ανάπηροι, οι τραυματίες και τα γυναικόπαιδα που χρειάζονταν ειδική περίθαλψη σε σανατόρια, νοσοκομεία και κέντρα φροντίδας παιδιών στάλθηκαν σε προορισμούς της Ανατολικής Ευρώπης. Όσοι παρέμειναν, νέοι μαχητές και νέες μαχήτριες, καθώς και το αξιωματικό σώμα του Δημοκρατικού Στρατού, στάλθηκαν στη μακρινή Τασκένδη, την πρωτεύουσα του Σοβιετικού Ουζμπεκιστάν. Ήταν ένα δύσκολο ταξίδι με πλοίο και τρένο που διήρκεσε αρκετές εβδομάδες κάτω από απάνθρωπες συνθήκες.
Εκτιμάται ότι πάνω από 100.000 Έλληνες πολίτες βρέθηκαν στην πολιτική προσφυγιά, με 12.000 να φτάνουν στην Τασκένδη μέχρι το τέλος του 1949. Μέσα σε αυτή την ομάδα εξόριστων, υπήρχαν περίπου 16.500 μέλη του Κομμουνιστκού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), και οι μισοί από αυτούς κατέληξαν στην Τασκένδη. Το ΚΚΕ μπορεί να μετέφερε την έδρα του στο Βουκουρέστι, αλλά η πολιτική καρδιά και ψυχή του ΚΚΕ και του ΔΣΕ ήταν η Τασκένδη. Ό,τι συνέβαινε στην Τασκένδη είχε σημασία, καθώς είχε αντίκτυπο στον υπόλοιπες προσφυγικές κοινότητες.

Οι Έλληνες αντάρτες εγκαταστάθηκαν γρήγορα σε στρατώνες που πριν στέγαζαν Ιάπωνες αιχμαλώτους πολέμου οι οποίοι είχαν πρόσφατα αναχωρήσει. Σε περίπου 2 χρόνια οι Έλληνες έχτισαν εκεί διώροφα σπίτια σε αυτό που έγινε γνωστό ως οι 14 «Πολιτείες», 12 στην Τασκένδη και 2 στα περίχωρά της, το Τσιρτσικ. Στις περιοχές αυτές ζούσε σχεδόν αμιγής ελληνικός πληθυσμός. Κάθε Πολιτεία είχε το δικό της σχολείο για ελληνική και ρώσικη γλώσσα και το δικό της Πολιτιστικό Κέντρο. Κάποιες Πολιτείες είχαν συγκροτήσει δικές τους ποδοσφαιρικές ομάδες (με οργανωμένο εσωτερικό πρωτάθλημα) αλλά και μουσικά συγκροτήματα.
Το 1964 ιδρύθηκε πλέον επίσημα ο “Σύλλογος Πολιτικών Προσφύγων στην Σοβιετική Ένωση” με 3ορωφο κτήριο για γραφεία και σχολείο ενώ μέσα στο ίδιο οικόπεδο οι Έλληνες έχτισαν θέατρο χωρητικότητας 250 καθισμάτων το οποίο έγινε στο εξής επίκεντρο όλων των πολιτιστικών δραστηριοτήτων.
Εκεί σήμερα στεγάζεται και η Ελληνική Κοινότητα.
Παρά τις προκλήσεις και τις δυσκολίες των πρώτων χρόνων, οι Έλληνες άρχισαν γρήγορα να ξαναχτίζουν τη ζωή τους και να γίνονται παραγωγικοί πολίτες. Ο αριθμός τους αυξήθηκε ραγδαία, καθώς πολλοί ήταν νέοι ενήλικες που αποφάσισαν να δημιουργήσουν οικογένειες, ενώ καταβλήθηκαν μεγάλες προσπάθειες μέσω του Ερυθρού Σταυρού για την επανένωση των εξόριστων μελών των οικογενειών τους που ήταν διασκορπισμένα σε διάφορες χώρες. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960, η κοινότητα αριθμούσε περίπου 35.000 άτομα.
Στον πληθυσμό αυτό συμπεριλαμβάνονται οι νέες ήδη οικογένειες αλλά και αρκετές χιλιάδες Ποντίων οι οποίοι είχαν εκτοπισθεί από τον Στάλιν στις στέπες και σταδιακά εγκαθίστανται πλέον στην Τασκένδη
Δόθηκε μεγάλη έμφαση στην εκπαίδευση, στην εξάλειψη του αναλφαβητισμού και γενικά στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων όλων. Οι περισσότεροι απασχολούνταν στις διάφορες βιομηχανικές επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν στην Τασκένδη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Από αγρότες μετατράπηκαν γρήγορα σε εξειδικευμένους εργάτες, τεχνικούς και επιστήμονες. Ακόμη μεγαλύτερη πρόοδος σημειώθηκε με την επόμενη γενιά, όπου τα παιδιά μιλούσαν πλέον άπταιστα ρωσικά.

Καθώς το 1964 οργανώθηκε ο Σύλλογος καταβλήθηκαν ιδιαίτερες προσπάθειες για τη διατήρηση της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Μεγάλα Φεστιβάλ, θεατρικές και αθλητικές εκδηλώσεις όπως η “Σπαρτακιαδα” γαλβανωναν τον πατριωτισμό και την εθνική ενότητα. Ο εορτασμός των ελληνικών παραδόσεων με έντονο τον εθνικό χαρακτήρα βρισκόταν στο επίκεντρο της κοινοτικής ζωής. Αυτό που δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό τους ήταν η επιθυμία να επιστρέψουν μια μέρα στην Ελλάδα, την πατρίδα τους.
Υπήρχαν βέβαια πολλά ανυπέρβλητα εμπόδια στις πρώτες δεκαετίες, αλλά η επαναπατρισμός απέκτησε γοργούς ρυθμούς μετά την επιστροφή της δημοκρατίας στην Ελλάδα το 1974 και την γενική αμνηστία για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες και την αποκατάσταση των πολιτικών τους δικαιωμάτων που δόθηκε το 1982.
Τα χρόνια που ακολούθησαν σηματοδότησαν μια φθίνουσα πορεία για τον Ελληνισμό του Ουζμπεκιστάν. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την οικονομική πανωλεθρία των πρώην Σοβιετικών χωρών όπως το Ουζμπεκιστάν, οι Έλληνες βρέθηκαν σε δεινή θέση. Από το 2005 και μετά καθώς η Ρωσία επανέκαμψε οικονομικά και επειδή η Ελλάδα ουσιαστικά σταμάτησε τη χορήγηση υπηκοότητας στους ομογενείς μεγάλα κύματα μικτών ελληνικών οικογενειών μετεγκαταστάθηκαν στη Ρωσία κάτι το οποίο έχει ενταθεί δυστυχώς και στις μέρες μας.
Η Ελληνική Κοινότητα, η οποία έως τότε στηριζόταν σε κρατικές επιχορηγήσεις, βρέθηκε σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση όταν αυτές σταδιακά διακόπηκαν. Τα εναπομείναντα μέλη της, αδυνατώντας πλέον τόσο να συνδράμουν όσο και να υποστηριχθούν, άρχισαν σταδιακά να απομακρύνονται από τη συλλογική κοινοτική ζωή.
Το 1996, το τριώροφο κτήριο με τη μεγάλη αυλή, στο οποίο στεγάζονταν το Σχολείο και η Διοίκηση της Ελληνικής Κοινότητας, κατασχέθηκε από τον Δήμο και παραχωρήθηκε στον Ερυθρό Σταυρό, λόγω της αδυναμίας της Κοινότητας να καλύψει τα έξοδα συντήρησής του. Ωστόσο, παρέμειναν στην κατοχή της το μεγάλο θέατρο, το καφενείο και αρκετοί βοηθητικοί χώροι.
Το 2019, ο Ελληνικός Σύλλογος παρουσίαζε πλέον την εικόνα ενός εγκαταλελειμμένου κτηρίου. Η αυλή του είχε μετατραπεί σε χώρο στάθμευσης παλαιών οχημάτων, ενώ το κτήριο στερούνταν βασικών υποδομών, όπως η θέρμανση· κατά τους χειμερινούς μήνες, οι λιγοστοί εναπομείναντες ομογενείς υπέμεναν ιδιαίτερα δυσχερείς συνθήκες.
Παρά τις αντιξοότητες, καθ’ όλη αυτή την περίοδο, οι εθνικές εορτές δεν έπαψαν να τιμώνται, έστω και με στοιχειώδη τρόπο, διατηρώντας ζωντανό το αίσθημα της συλλογικής μνήμης και ταυτότητας.

Ωστόσο, καθώς το νέο Ουζμπεκιστάν εισερχόταν σε φάση ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης, ο ελληνικός Σύλλογος στο κέντρο της Τασκένδης αποτελούσε μια θλιβερή αντίθεση, παρουσιάζοντας εικόνα εγκατάλειψης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το κτήριο έφθασε στα πρόθυρα της απαλλοτρίωσης από τον Δήμο.
Το 2020 η νέα διοίκηση με πρόεδρο τον Κώστα Πολίτη ανέλαβε το δύσκολο έργο της διάσωσης του κτίσματος, της ανακαίνισης του και της νομικής κατοχύρωσης της Κοινότητας και του καθεστώτος ιδιοκτησίας.
Μέσα στα 5 χρόνια που ακολούθησαν οι στόχοι αυτοί επιτεύχθηκαν χωρίς να υπάρχει η παραμικρή βοήθεια από πουθενά, ούτε δηλ. από το Ελληνικό Κράτος ούτε από τους κατοίκους του!
Το πιο δύσκολο όμως έργο ήταν και είναι η προσπάθεια αναγέννησης του Ελληνισμού. Η δημιουργία μιας ελληνικής συνείδησης στους εγκαταλελειμμένους ομογενείς.
Το “ΚΈΝΤΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΎ” (ΚΕΠ) αναγνωρίστηκε το 2020 από το Ουζμπεκικο κράτος ως ο επίσημος φορέας της Ελληνικής Κοινότητας η οποία αριθμεί αριθμεί περίπου 1.500 άτομα μικτής φυσικά εθνικής καταγωγής. Είναι παιδιά και εγγόνια των εξόριστων αγωνιστών και των εκτοπισθεντων Ποντίων οι οποίοι με την πάροδο των δεκαετιών μετακινήθηκαν προς στην Τασκένδη από τις επαρχίες του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν οπού είχαν αποσταλεί.
Το Ελληνικό Κέντρο σήμερα έχει αναγνωριστεί ως το πιο δραστήριο Κέντρο Πολιτισμού στην Τασκένδη.
Η πολιτιστική δράση του Ελληνικού Κέντρου αποτελεί έναν από τους βασικότερους πυλώνες της λειτουργίας και της ταυτότητάς του. Από την επανίδρυσή του το 2020 ως σύγχρονος πολιτιστικός φορέας, το Κέντρο ανέλαβε με συνέπεια και ευθύνη την αποστολή της διαφύλαξης, προβολής και ζωντανής μετάδοσης της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς στις νεότερες γενιές, καθώς και της ουσιαστικής παρουσίας του ελληνισμού στον δημόσιο και πολιτιστικό βίο της Τασκένδης.
Το Ελληνικό Κέντρο έχει δύο βασικούς στόχους.
Ο πρώτος αφορά την ελληνική κοινότητα, η οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, είχε φτάσει στο παρελθόν σε σημείο σχεδόν πλήρους διάλυσης. Σήμερα καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια για την ανασυγκρότηση του ανθρώπινου δυναμικού της και την αναγέννηση του ελληνικού πνεύματος. Παράλληλα, στο μέτρο του δυνατού, παρέχεται υλική και ηθική στήριξη σε άτομα που βρίσκονται σε ανάγκη, καθώς και συμβουλευτική βοήθεια σε όσους χρειάζονται υποστήριξη ή διασύνδεση με την Ελλάδα.
Ο δεύτερος στόχος αφορά την ευρύτερη κοινωνία και ειδικότερα τους νέους ανθρώπους της χώρας. Η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στο Ουζμπεκιστάν και καθημερινά νέοι άνθρωποι επισκέπτονται το Κέντρο, εκδηλώνοντας ενδιαφέρον να γνωρίσουν την ελληνική ιστορία, τον πολιτισμό, τη φιλοσοφία και τη μυθολογία. Το Κέντρο επιδιώκει να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας. Για τον λόγο αυτό, οι πύλες του παραμένουν ανοιχτές τόσο στους Έλληνες όσο και στους πολίτες του Ουζμπεκιστάν.

Εκπαιδευτική, Θεατρική και Μουσική Δράση
Ιδιαίτερη θέση στο έργο του Ελληνικού Κέντρου κατέχει η εκπαιδευτική του δραστηριότητα. Στο πλαίσιο αυτό λειτουργεί οργανωμένο Τμήμα Ελληνικής Γλώσσας, στο οποίο διδάσκονται τα ελληνικά από εκπαιδευτικό προερχόμενο από την Ελλάδα, με περισσότερους από 110 σπουδαστές όλων των ηλικιών. Η διδασκαλία δεν περιορίζεται στη γλωσσική κατάρτιση, αλλά ενσωματώνει στοιχεία ιστορίας και πολιτισμού, ενισχύοντας τη συνολική πολιτισμική παιδεία των μαθητών.
Παράλληλα, το Ελληνικό Κέντρο διατηρεί το Μουσικοχορευτικό Τμήμα «ΑΡΜΟΝΙΑ», στο οποίο συμμετέχουν 23 νέοι και νεες ηλικίας 12 έως 22 ετών. Το συγκρότημα διαθέτει πλούσιο ρεπερτόριο ελληνικών παραδοσιακών και σύγχρονων χορών και πλαισιώνει συστηματικά τις εκδηλώσεις του Κέντρου, εκπροσωπώντας επάξια τον ελληνικό πολιτισμό σε δημόσιες και διαπολιτισμικές διοργανώσεις.
Σημαντική είναι και η μουσική δραστηριότητα του Κέντρου, η οποία εκφράζεται μέσα από το μουσικό συγκρότημα «ΑΠΟΛΛΩΝ», ένα οκταμελές σχήμα που ερμηνεύει ελληνικά λαϊκά τραγούδια και ρεμπέτικα. Το συγκρότημα συμμετέχει ενεργά σε εορταστικές εκδηλώσεις, επετειακές βραδιές και πολιτιστικά προγράμματα, συμβάλλοντας στη διάδοση της ελληνικής μουσικής παράδοσης και στη δημιουργία ζωντανής πολιτιστικής εμπειρίας.
Παράλληλα λειτουργεί και η Χορωδία του Ελληνικού Κέντρου, η οποία αριθμεί 30 μέλη και εκτελεί έντεχνη ελληνική μουσική, καθώς και επιλεγμένο διεθνές ρεπερτόριο. Με σταθερή παρουσία σε εθνικές επετείους, εορταστικές τελετές και πολιτιστικές συνεργασίες, η Χορωδία αποτελεί βασικό φορέα συλλογικής έκφρασης και πολιτιστικής εξωστρέφειας του Κέντρου.
Σημαντικό κεφάλαιο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας αποτελεί και το Θεατρικό Εργαστήριο του Ελληνικού Κέντρου, το οποίο, μετά από τετραετή συνεχή λειτουργία, οδήγησε στη δημιουργία δύο θεατρικών ομάδων. Οι ομάδες αυτές ανεβάζουν σε μόνιμη βάση σύγχρονα θεατρικά έργα, καθώς και παραστάσεις και αποσπάσματα από την αρχαία ελληνική δραματουργία, όπως η “Λυσιστράτη”, οι “Όρνιθες” του Αριστοφάνη συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διάδοση της ελληνικής θεατρικής παράδοσης στην ευρύτερη κοινωνία της Τασκένδης.
Μέσα από τις εκπαιδευτικές, θεατρικές και μουσικές του δράσεις, το Ελληνικό Κέντρο επιβεβαιώνει τον ρόλο του ως ολοκληρωμένου πολιτιστικού οργανισμού, όπου η παράδοση συναντά τη δημιουργία και η μνήμη μετασχηματίζεται σε ζωντανή παιδεία.
Στο πλαίσιο αυτό, στο Ελληνικό Κέντρο γιορτάζονται ανελλιπώς και με επισημότητα όλες οι εθνικές γιορτές και επέτειοι, καθώς και τα ελληνικά ήθη και έθιμα, τα οποία προσεγγίζονται όχι ως τυπικές αναμνήσεις του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανά στοιχεία συλλογικής μνήμης και ταυτότητας. Οι εκδηλώσεις αυτές πλαισιώνονται από ομιλίες ιστορικού και παιδευτικού χαρακτήρα, καλλιτεχνικά δρώμενα, μουσικές και θεατρικές παραστάσεις, συμβάλλοντας στη βαθύτερη κατανόηση της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης.
Παράλληλα, το Ελληνικό Κέντρο τιμά και επιλεγμένες τοπικές εορτές, ενισχύοντας τον διαπολιτισμικό διάλογο και καλλιεργώντας σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας με την κοινωνία της Τασκένδης. Η προσέγγιση αυτή εντάσσει τη δράση του Κέντρου σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτιστικής συνύπαρξης, όπου η ελληνική ταυτότητα διατηρεί τη διακριτή της φυσιογνωμία, ενώ ταυτόχρονα συνομιλεί δημιουργικά με το τοπικό πολιτισμικό περιβάλλον.
Ο Πρόεδρος της Κοινότητας, Κώστας Πολίτης, έχει τιμηθεί από τον Πρόεδρο του Ουζμπεκιστάν με μετάλλιο για τη συνολική του προσφορά στον πολιτισμό της χώρας.

Το Ελληνικό Κέντρο της Τασκένδης, αντλώντας δύναμη από τη μακρά ιστορική παρουσία του ελληνισμού στην περιοχή, έχει εξελιχθεί σε έναν σύγχρονο, δυναμικό και εξωστρεφή πολιτιστικό φορέα. Η επανίδρυσή του ΤΟ 2020 σηματοδότησε όχι απλώς τη συνέχιση μιας ιστορικής διαδρομής, αλλά την επανανοηματοδότηση του ρόλου του ως ζωντανού πυρήνα πολιτισμού, παιδείας και κοινωνικής συνοχής με προοπτική την ευρύτερη ζώνη της Κ. Ασίας.
Μέσα από τη συστηματική καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας, τη διατήρηση και ανανέωση των παραδόσεων, καθώς και την ανάπτυξη εκπαιδευτικών, θεατρικών και μουσικών δράσεων, το Κέντρο λειτουργεί ως φορέας μετάδοσης αξιών που υπερβαίνουν τα όρια της Ελληνικης Κοινότητας. Η δράση του δεν απευθύνεται αποκλειστικά στα μέλη της ελληνικής διασποράς, αλλά ανοίγεται δημιουργικά προς την ευρύτερη κοινωνία της Τασκένδης, προωθώντας τον διαπολιτισμικό διάλογο και την αμοιβαία κατανόηση.
Στον σύγχρονο ρόλο του, το Ελληνικό Κέντρο αναδεικνύεται σε χώρο συνάντησης γενεών, πολιτισμών και δημιουργικών εκφράσεων, όπου η ιστορική μνήμη μετατρέπεται σε ενεργό εκπαιδευτικό εργαλείο και η παράδοση σε ζωντανή πολιτιστική πράξη. Μέσα από συνεργασίες με τοπικούς και διεθνείς φορείς, καθώς και με τη σταθερή παρουσία του στον πολιτιστικό χάρτη της Τασκενδης, συμβάλλει ουσιαστικά στην ενίσχυση της πολιτιστικής διπλωματίας και της προβολής του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Το Ελληνικό Κέντρο λειτουργεί ως ζωντανός φορέας μνήμης, πολιτισμού και δημιουργίας, αποδεικνύοντας ότι η παράδοση δεν αποτελεί στατικό κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά δυναμική δύναμη που συνεχίζει να εμπνέει, να ενώνει και να διαμορφώνει το παρόν και το μέλλον της ελληνικής κοινότητας στην Τασκένδη.

Εν κατακλείδι, το Ελληνικό Κέντρο της Τασκένδης δεν αποτελεί μόνο έναν θεματοφύλακα του παρελθόντος, αλλά έναν ενεργό διαμορφωτή του παρόντος και του μέλλοντος του ελληνισμού στην Κεντρική Ασία, αποδεικνύοντας ότι ο Ελληνικός πολιτισμός, όταν στηρίζεται στη γνώση, τη μνήμη και τη δημιουργία, παραμένει ζωντανός και διαχρονικός.