Η ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Ριάντ και Τελ Αβίβ φαινόταν αναπόφευκτη, μέχρι που η Τεχεράνη εξαπέλυσε μπαράζ πυραυλικών επιθέσεων κατά σαουδαραβικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Η απάντηση του Ριάντ ήταν η σιωπή...

Παρά το γεγονός ότι αποτελούσε το βασικό θύμα των ιρανικών επιθέσεων, λειτούργησε ως ουδέτερος μεσολαβητής. Εξέφρασε αόριστη ανησυχία και ζήτησε αυτοσυγκράτηση, σαν να μην είχε πλήξει το Ιράν τέσσερις ενεργειακές υποδομές του, προκαλώντας ζημιές δισεκατομμυρίων.
Ο Τούρκι αλ-Φαϊζάλ, ανιψιός του βασιλιά Σαλμάν και πρώην αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών, υποστήριξε ότι, επιλέγοντας τη μη απάντηση, η Σαουδική Αραβία ματαίωσε μια ισραηλινή συνωμοσία που στόχευε στην καταστροφή της περιοχής και στην ανάδειξη του Ισραήλ ως μόνης κυρίαρχης δύναμης. Ισχυρίστηκε ότι ο πόλεμος θα επέτρεπε στο Ισραήλ να επιβάλει τη θέλησή του. Η αντίφαση ήταν εκκωφαντικής καθώς, τον Δεκέμβριο, η Σαουδική Αραβία κινητοποίησε την αεροπορία της εναντίον φατριών της Υεμένης που αμφισβήτησαν το μονοπώλιο εξουσίας της. Ωστόσο, όταν το Ιράν εξαπέλυσε τη μεγαλύτερη άμεση επίθεσή του κατά σαουδαραβικού εδάφους από την εποχή που οι πύραυλοι Scud του Σαντάμ Χουσεΐν έπλητταν το Ριάντ το 1991, το βασίλειο επέλεξε την αδράνεια.
Ο αλ-Φαϊζάλ κατηγόρησε τα δυτικά μέσα ενημέρωσης ότι προσπάθησαν να σύρουν το Ριάντ σε πόλεμο που θα κόστιζε χιλιάδες ζωές και την καταστροφή των μονάδων αφαλάτωσης. Ο ισχυρισμός καταρρέει, καθώς κάθε κράτος του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν, εξαρτάται από τέτοιες ευάλωτες υποδομές. Η στάση αυτή συνέπεσε με ένταση της αντιπαλότητας προς την Ιερουσαλήμ. Όταν το Ισραήλ διόρισε μη μόνιμο πρεσβευτή στη Σομαλιλάνδη το Ριάντ αντέδρασε με οργή, πιέζοντας αραβικά και ισλαμικά κράτη για κοινή καταδίκη. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: αδυναμία ενώπιον του Ιράν, επιθετικότητα κατά του Ισραήλ.
Υπό τον βασιλιά Σαλμάν και τον διάδοχο Μοχάμεντ, το βασίλειο κινείτο σταθερά προς την ομαλοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ. Ακόμα και μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου, Σαουδάραβες αξιωματούχοι επέμεναν ότι η σύγκρουση απλώς ανέβαλε τη διαδικασία. Στη συνέχεια όμως υπήρξε πλήρης ανατροπή. Από το καλοκαίρι του 2025, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης άλλαξαν στάση, απαιτώντας την ίδρυση κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους πριν από οποιεσδήποτε συνομιλίες. Μέχρι το φθινόπωρο του 2025, η εχθρότητα επεκτάθηκε προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τα υπόλοιπα κράτη των Συμφωνιών του Αβραάμ —της αμερικανικής διπλωματικής πρωτοβουλίας του 2020 για την ομαλοποίηση των σχέσεων αραβικών χωρών με το Ισραήλ. Η διαμάχη του Ριάντ με το Άμπου Ντάμπι υποχώρησε μόνο κατά τις εχθροπραξίες με το Ιράν, για να επανέλθει με μεγαλύτερη οξύτητα μετά την εκεχειρία. Τα Εμιράτα εγκατέλειψαν το δόγμα «Πρώτα η Σαουδική Αραβία» -το οποίο παλαιότερα παραμέριζε τις ιδεολογικές διαφορές χάριν του οικονομικού κέρδους– αποχωρώντας από τον ΟΠΕΚ.
Η μόνη λογική εξήγηση κρύβεται στις εσωτερικές αποτυχίες. Η οικονομία παραπαίει, με το έλλειμμα του προϋπολογισμού για το πρώτο τρίμηνο του 2026 να αγγίζει το επίπεδο ρεκόρ των 34 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το “Vision 2030” εκτροχιάζεται και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις καθυστερούν σημαντικά.
Η απόδοση ευθυνών στο Ισραήλ και στα Εμιράτα προσφέρει μια βολική απόσπαση της προσοχής από τις εγχώριες αδυναμίες. Πρόκειται για κλασική τακτική, την οποία τελειοποίησαν ηγέτες στην Αίγυπτο, την Τουρκία και το Ιράν: πλήττονται εξωτερικοί εχθροί για να καλυφθεί η εσωτερική αδυναμία, και επιλέγονται αντίπαλοι που δεν αναμένεται να αντιδράσουν επιθετικά, όπως το Ισραήλ. Αντίθετα, απέναντι σε απειλές όπως αυτές του Ιράν, η στάση παραμένει εξαιρετικά «ευγενική».
naftemporiki.gr