Ισχυρούς κραδασμούς έχει προκαλέσει στις αναδυόμενες αγορές ο πόλεμος στο Ιράν, δοκιμάζοντας ένα από τα πιο δημοφιλή επενδυτικά αφηγήματα της Wall Street τους τελευταίους μήνες. Μετοχές, νομίσματα και ομόλογα δέχθηκαν έντονες πιέσεις, καθώς οι επενδυτές έσπευσαν να περιορίσουν το ρίσκο τους μπροστά στην κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, την άνοδο του πετρελαίου και την επιστροφή του δολαρίου στον ρόλο του ασφαλούς καταφυγίου. Η αναταραχή ήταν έντονη.
Ο δείκτης μετοχών MSCI για τις αναδυόμενες σημείωσε τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία πτώση των τελευταίων έξι ετών, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων κινήθηκαν ανοδικά. Παρ’ όλα αυτά, μεγάλοι διαχειριστές κεφαλαίων δεν θεωρούν ότι το επενδυτικό story των αναδυόμενων έχει ανατραπεί. Αντίθετα, εκτιμούν ότι πρόκειται για ένα εξωγενές σοκ, το οποίο προς το παρόν προκαλεί βίαιη αποστροφή κινδύνου, χωρίς όμως να ακυρώνει τους βασικούς πυλώνες που είχαν στηρίξει το ράλι της κατηγορίας.
Στο επίκεντρο αυτής της αισιοδοξίας παραμένουν τρεις παράγοντες: η διάθεση διαφοροποίησης από τα αμερικανικά assets, οι ελκυστικές αποτιμήσεις και οι σχετικά ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης σε αρκετές οικονομίες του αναδυόμενου κόσμου. Το επιχείρημα αυτό ενισχύεται και από τις τοποθετήσεις των επενδυτών, καθώς σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Bank of America, εισέρρευσαν 12,6 δισ. δολάρια σε μετοχές και ομόλογα αναδυόμενων αγορών την εβδομάδα έως και την Τετάρτη, ένδειξη ότι κάποιοι βλέπουν τη διόρθωση ως ευκαιρία.
Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή. Η άνοδος του Brent πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι αυξάνει την πίεση κυρίως στις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας, ενώ η ενίσχυση του δολαρίου επιβαρύνει τις χρηματοοικονομικές συνθήκες και περιορίζει τις αποδόσεις για όσους έχουν έκθεση σε assets αναδυόμενων. Δεν είναι τυχαίο ότι η JPMorgan υποβάθμισε τρεις φορές μέσα σε μία εβδομάδα τις συστάσεις της για την κατηγορία, περνώντας σε πιο ουδέτερη ή και αρνητική στάση σε συνάλλαγμα, τοπικά επιτόκια και ομόλογα σε δολάριο. Η εικόνα, πάντως, δεν είναι ενιαία. Επενδυτές βλέπουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε αγορές υψηλότερης ποιότητας και ρευστότητας, ενώ ορισμένοι εντοπίζουν ευκαιρίες σε τοπικά νομίσματα και αγορές ομολόγων που είχαν προηγουμένως κινηθεί υπερβολικά ανοδικά. Παράλληλα, χώρες εξαγωγείς εμπορευμάτων, κυρίως στη Λατινική Αμερική και την υποσαχάρια Αφρική, ενδέχεται να ωφεληθούν από τις υψηλές τιμές πρώτων υλών. Το βασικό ζητούμενο για τις αγορές είναι πλέον η διάρκεια της σύγκρουσης. Όσο παρατείνεται η γεωπολιτική κρίση, τόσο αυξάνονται οι φόβοι για επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Αν όμως η ένταση περιοριστεί, αρκετοί επενδυτές εκτιμούν ότι το ενδιαφέρον για τις αναδυόμενες θα μπορούσε να επιστρέψει σχετικά γρήγορα.
Moneyreview.gr με πληροφορίες από Bloomberg