Money Review, Τρίτη 29/09/2026
Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της «Χρυσής Εβδομάδας» στην Κίνα, η παραδοσιακή περίοδος αργιών στις αρχές Οκτωβρίου εξελίσσεται σε αφορμή για μία ευρύτερη συζήτηση γύρω από τις συνθήκες εργασίας στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Χιλιάδες εργαζόμενοι καταγγέλλουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την πρακτική πολλών επιχειρήσεων να απαιτούν εργασία τα Σαββατοκύριακα πριν ή μετά τις επίσημες αργίες, ώστε να αναπληρώνονται οι χαμένες εργάσιμες ημέρες.

Η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται πλέον μόνο σε παράπονα για εξαντλητικά ωράρια, χαμηλές αποδοχές και αδύναμη προστασία της εργασίας. Όπως μεταδίδει το Reuters, εργαζόμενοι επιχειρούν πλέον να χρησιμοποιήσουν και την καταναλωτική τους δύναμη ως μέσο πίεσης, καλώντας σε μποϊκοτάζ επιχειρήσεων που δεν εξασφαλίζουν δύο ημέρες ανάπαυσης την εβδομάδα.
Στην κινεζική πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Weibo, η θεματική με τίτλο «οι φωνές κατά της αναπλήρωσης των αργιών δεν μπορούν να αγνοηθούν» έχει συγκεντρώσει περίπου 360 εκατ. προβολές και περισσότερες από 120.000 συζητήσεις. «Δεν θα ταξιδέψω, δεν θα παραγγείλω φαγητό και δεν θα πάρω ταξί. Δεν θα κάνω καμία καταναλωτική δαπάνη στη διάρκεια αυτών των τεχνητά δημιουργημένων αργιών», δήλωσε στο Reuters η 27χρονη Suzy Li, εργαζόμενη στον τουρισμό.
Στο επίκεντρο το εργασιακό μοντέλο
Η ένταση γύρω από τις αργίες έρχεται να προστεθεί σε ένα ευρύτερο κύμα εργασιακής δυσαρέσκειας στην Κίνα. Αναλυτές συνδέουν την πίεση στους εργαζομένους με το εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας και τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων για χαμηλότερο κόστος και τιμές. Το αποτέλεσμα είναι περιορισμένη αύξηση των μισθών, λιγότερες ευκαιρίες απασχόλησης και μεγαλύτερη πίεση για υπερωριακή εργασία.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η δυσαρέσκεια περνά και στις δικαστικές αίθουσες. Σύμφωνα με έκθεση του Ανώτατου Λαϊκού Δικαστηρίου, τα κινεζικά δικαστήρια δέχθηκαν 648.000 εργατικές διαφορές κατά εργοδοτών στους πρώτους εννέα μήνες του 2025, αριθμός αυξημένος κατά 37,5% σε ετήσια βάση.
Ο Mingwei Liu, διευθυντής του Κέντρου για την Παγκόσμια Εργασία και Απασχόληση του Πανεπιστημίου Rutgers, εκτιμά ότι η εξέλιξη αντανακλά βαθύτερες αλλαγές στην κινεζική οικονομία. Όπως σημειώνει, η άτυπη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, περισσότερη δουλειά με αντάλλαγμα καλύτερες αποδοχές, εξέλιξη και ασφάλεια , αρχίζει να αποδυναμώνεται. Οι απαιτήσεις για υπερωρίες παραμένουν, αλλά οι προοπτικές αύξησης μισθών και επαγγελματικής ανέλιξης έχουν περιοριστεί.
Μποϊκοτάζ και «δύο ημέρες ρεπό»
Η νέα μορφή αντίδρασης έγινε ιδιαίτερα εμφανής τους τελευταίους μήνες. Τον Ιούλιο, στην πλατφόρμα WeChat κυκλοφόρησε εφαρμογή με την ονομασία «Weekend Off Shopping», μέσω της οποίας οι χρήστες μπορούσαν να ελέγχουν και να βαθμολογούν αν μία επιχείρηση προσέφερε πλήρες διήμερο ρεπό στους εργαζομένους της. Η εφαρμογή συγκέντρωσε περίπου 150.000 συμμετέχοντες, πριν ανασταλεί από τις αρχές τον Σεπτέμβριο, με επίκληση αδιευκρίνιστων κανονιστικών παραβάσεων.
Έκτοτε, αναζητήσεις για τον σχετικό όρο στα κινεζικά κοινωνικά δίκτυα δεν εμφανίζουν αποτελέσματα, ενώ το Weibo ενημερώνει τους χρήστες ότι το σχετικό περιεχόμενο δεν μπορεί να προβληθεί «σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους, κανονισμούς και πολιτικές».
Ο Xiao Qiang, ιδρυτής του China Digital Times, θεωρεί ότι η έντονη λογοκρισία δείχνει πως οι αρχές αντιμετώπισαν την εφαρμογή ως μία νέα μορφή οργανωμένης κοινωνικής πίεσης.
Παρά την αναστολή της εφαρμογής, ορισμένες επιχειρήσεις έσπευσαν να δηλώσουν δημοσίως ότι προσφέρουν δύο ημέρες ρεπό την εβδομάδα, επιχειρώντας να κερδίσουν την υποστήριξη καταναλωτών και εργαζομένων.
Ακόμη και κινεζικά κρατικά μέσα εμφανίστηκαν επικριτικά απέναντι στις σημερινές συνθήκες. Η εφημερίδα Qilu Evening News σχολίασε ότι «η έγκαιρη αποχώρηση από την εργασία και το Σαββατοκύριακο έχουν καταλήξει να θεωρούνται πολυτέλεια».
Η συζήτηση δημιουργεί ένα επιπλέον δίλημμα για το Πεκίνο. Η κινεζική κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει την εγχώρια κατανάλωση και να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης προς τα νοικοκυριά. Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τις συνθήκες εργασίας, όμως, κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, εργαζόμενοι που αισθάνονται ότι χάνουν χρόνο, εισόδημα και ασφάλεια εμφανίζονται όλο και λιγότερο πρόθυμοι να ξοδέψουν.
MoneyReview.gr