Moneyreview Τρίτη 10/03/2026
Μέτρα για απορρόφηση της εκτίναξης του κόστους ενέργειας και εμπορευμάτων μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή ετοιμάζουν οι αξιωματούχοι ανά τον κόσμο, καθώς η παγκόσμια οικονομία απειλείται από το μεγαλύτερο σοκ από την πανδημία.
Αυτό που τις πρώτες ημέρες του πολέμου παρουσιαζόταν σαν το χειρότερο πιθανό σενάριο, έγινε γρήγορα πραγματικότητα, με το Brent να εκτινάσσεται σχεδόν στα 120 δολάρια τη Δευτέρα από περίπου 72 δολάρια το βαρέλι προηγουμένως. Μολονότι επανήλθε κάτω των 100 δολαρίων, όταν ο Donald Trump είπε ότι οι εχθροπραξίες θα τελειώσουν «πολύ σύντομα», δεν είναι ακόμα σαφές πώς θα τελειώσει η σύγκρουση ή πώς θα λυθεί το πρόβλημα των ενεργειακών προμηθειών. Ετσι, αυξάνεται η αβεβαιότητα για τις προοπτικές της διεθνούς οικονομίας, η οποία ήδη αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις από την τεχνητή νοημοσύνη και τους δασμούς μέχρι την αύξηση του χρέους.
Πέρα από το πετρέλαιο, η δραματική μείωση της ναυτιλιακής κίνησης στα Στενά του Ορμούζ οδήγησε σε άνοδο του κόστους του LNG, των λιπασμάτων, των αεροπορικών καυσίμων και άλλων κρίσιμων εμπορευμάτων, πυροδοτώντας φόβους για ένα νέο παγκόσμιο κύμα ανάφλεξης του πληθωρισμού, βραδύτερης ανάπτυξης και εμποδίων στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ακόμα και πριν την επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, ο Παγκόσμιος Δείκτης Στρες Εφοδιαστικής Αλυσίδας της Παγκόσμιας Τράπεζας βρισκόταν κοντά στο υψηλότερο επίπεδο από την πανδημία.
Την πρώτη εβδομάδα του πολέμου, οι κυβερνήσεις παρακολουθούσαν τις εξελίξεις, ενώ τώρα εξετάζουν τα διαθέσιμα μέτρα, μεταξύ αυτών την απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, τα πλαφόν τιμών για τη στήριξη των νοικοκυριών και επιδοτήσεις ή φοροαπαλλαγές προς επιχειρήσεις και αγρότες. «Ολα αυτά είναι προσωρινές λύσεις που μπορούν να βοηθήσουν στην απορρόφηση ενός μέρους του ενεργειακού σοκ βραχυπρόθεσμα, αλλά είναι απίθανο να έχουν μεγάλη επίδραση μακροπρόθεσμα, εάν η σύγκρουση παραταθεί», είπε στο Bloomberg ο Michael Brown της Pepperstone.
Την ανησυχία που επικρατεί ανέδειξε και η συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της G7, όπου συζητήθηκε το σενάριο συντονισμένης απελευθέρωσης στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου. Τελικά, ανακοίνωσαν ότι η ομάδα παρακολουθεί στενά την κατάσταση και είναι έτοιμη να λάβει τα αναγκαία μέτρα, αλλά και ότι «δεν είναι ακόμα σε αυτό το σημείο». Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις πέντε φορές στο παρελθόν έχει γίνει συντονισμένη απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων, εκ των οποίων δύο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Την περασμένη εβδομάδα, ο Trump ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα παράσχουν εγγυήσεις ασφάλισης και συνοδεία σε πλοία που διασχίζουν τα Στενά του Ορμούζ. Επίσης, η αμερικανική κυβέρνηση χαλάρωσε τους περιορισμούς στην Ινδία για την εισαγωγή ρωσικού πετρελαίου διά θαλάσσης. Ο υπουργός Οικονομικών Scott Bessent είπε επίσης ότι αν χρειαστεί ενδέχεται να αρθούν περαιτέρω κυρώσεις στις πετρελαϊκές προμήθειες.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι κρίσιμος παράγοντας για τον οικονομικό αντίκτυπο θα είναι η διάρκεια των διαταραχών στο ενεργειακό σκηνικό. «Αν είναι έντονο, αλλά σύντομο θα πρόκειται κυρίως για ένα γεγονός πληθωρισμού και εμπιστοσύνης. Αν επεκταθεί μέσω ναυτιλίας, ασφάλισης, βενζίνης, λιπασμάτων και εμπορικών διόδων, μετατρέπεται σε έναν πραγματικό κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού», είπε ο Douglas A. Rediker της συμβουλευτικής International Capital Strategies.
Μολονότι οι μεγαλύτεροι παραγωγοί ενέργειας στον κόσμο, όπως ΗΠΑ, Βραζιλία και Σαουδική Αραβία, είναι θωρακισμένοι από την αύξηση των τιμών πετρελαίου, ο αντίκτυπος θα είναι τελικά καθολικός: Η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί, καθώς οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις θα περιοριστούν εν μέσω υψηλότερων τιμών.
Για τις κεντρικές τράπεζες, ο συνδυασμός αυξανόμενων τιμών και επιβράδυνσης της ανάπτυξης περιπλέκει τις προοπτικές της νομισματικής πολιτικής. Ενώ οι αξιωματούχοι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αντιδράσουν στις πρώτες πιέσεις στις τιμές, φαίνεται όλο και πιο πιθανό το σενάριο στροφής από τις νμειώσεις επιτοκίων στις αυξήσεις. Οι αγορές έχουν ήδη αλλάξει τα στοιχήματα για τον ρυθμό των φετινών μειώσεων από τη Fed και την πορεία της νομισματικής πολιτικής σε ΕΚΤ και Τράπεζα της Αγγλίας.
Στο μεταξύ, η δημοσιονομική ισχύς για την απορρόφηση του ενεργειακού σοκ περιορίστηκε σημαντικά ύστερα από χρόνια κρίσεων, που αύξησαν το παγκόσμιο επίπεδο χρέους. Οπως επίσης προειδοποίησε η Fitch Ratings, ο πόλεμος δημιουργεί πιστωτικούς κινδύνους για αναδυόμενες αγορές, καθώς οι υψηλές τιμές πετρελαίου αυξάνουν το κόστος των εισαγωγών και των επιχορηγήσεων, ενώ προκαλούν προβλήματα στα εμβάσματα, τον τουρισμό και τις επενδυτικές ροές.
Η αναστάτωση στην ενέργεια συμβαίνει σε μία περίοδο που η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει ήδη τα χτυπήματα από τους αμερικανικούς δασμούς και την αβεβαιότητα που έχουν προκαλέσει στη μεταποίηση, το λιανεμπόριο και άλλες εισαγωγικές επιχειρήσεις. Επίσης, τα εργοστάσια και τα νοικοκυριά κουβαλούν ακόμα τα τραύματα που άφησαν η πανδημία και η ενεργειακή κρίση του 2022. «Είναι προς όφελος όλων να τελειώσει γρήγορα. Αλλά δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα συμβεί», είπε στο Bloomberg ο Charles Lichfield από το GeoEconomics Center του Atlantic Council.
moneyreview.gr με πληροφορίες από Bloomberg