Capital, Δευτέρα, 10-Αυγ-2026
Η απροθυμία μεταξύ των Γερμανών πολιτικών και οικονομικών αξιωματούχων έχει εδώ και καιρό εμποδίσει το Βερολίνο να υιοθετήσει μια πιο σκληρή οικονομική προσέγγιση απέναντι στην Κίνα.
Όταν η Γαλλία, η Ιταλία, η Λιθουανία, η Ολλανδία και η Ισπανία ζήτησαν πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αυστηρότερα μέτρα και ταχύτερη ενεργοποίηση των εμπορικών μέτρων άμυνας απέναντι στην Κίνα, η Γερμανία όχι μόνο αρνήθηκε να συμμετάσχει, αλλά ζήτησε ακόμη και ισχυρότερους βιομηχανικούς δεσμούς με το Πεκίνο.
Ωστόσο, ένα πράγμα για το οποίο το Βερολίνο δεν θα πρέπει να ανησυχεί είναι η αποδοκιμασία των ψηφοφόρων σε περίπτωση που ακολουθήσει μια πιο σκληρή πολιτική απέναντι στην Κίνα. Τα δημοσκοπικά στοιχεία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR) δείχνουν ότι οι Γερμανοί είναι οι πιο επιφυλακτικοί απέναντι στην Κίνα μεταξύ των πολιτών 15 ευρωπαϊκών χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα. Έξι στους δέκα υποστηρικτές των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών θεωρούν τη χώρα αντίπαλο ή ανταγωνιστή. Αντίθετα, σε άλλες χώρες της Ευρώπης, οι πλειοψηφίες εξακολουθούν να θεωρούν την Κίνα είτε "αναγκαίο εταίρο" είτε ακόμη και σύμμαχο. Στην Ιταλία και την Ισπανία, το 56% και το 65% των πολιτών αντίστοιχα υιοθετούν αυτή την άποψη. (Πιο κοντά στους επιφυλακτικούς Γερμανούς βρίσκεται η γαλλική κοινή γνώμη· η ολοένα και πιο σκληρή πολιτική στάση του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν απέναντι στο Πεκίνο ενδέχεται να έχει βρει ένα κοινό πρόθυμο να την ακούσει.)

Το σοκ από την Κίνα έχει πλήξει ιδιαίτερα σκληρά τη Γερμανία: ο μεταποιητικός της τομέας έχασε περίπου 420.000 θέσεις εργασίας μεταξύ 2019 και 2025 και συνεχίζει να χάνει 10.000 θέσεις εργασίας κάθε μήνα. Η αυτοκινητοβιομηχανία πληρώνει το υψηλότερο τίμημα, καθώς εκτοπίζεται από μια αγορά στην οποία κυριαρχούν ολοένα περισσότερο οι Κινέζοι κατασκευαστές, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Το κλίμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αλλάζει, με τη συναίνεση και της Γερμανίας. Όταν οι ηγέτες της ΕΕ συναντήθηκαν τον Ιούνιο του 2026, τάχθηκαν υπέρ ενός ισχυρότερου πλαισίου εμπορικής άμυνας, μέσω των υφιστάμενων μέτρων, απέναντι στην Κίνα. Σε αυτά περιλαμβάνονταν εργαλεία όπως οι διατάξεις "Αγοράστε ευρωπαϊκά" του Νόμου για την Επιτάχυνση της Βιομηχανίας, καθώς και περιορισμοί στην κινεζική τεχνολογία υψηλού κινδύνου. Παρά τους προηγούμενους δισταγμούς της, η Γερμανία δεν λειτουργεί πλέον ως τροχοπέδη για πιο αποφασιστική δράση της ΕΕ και έχει υποστηρίξει με επιφυλακτικότητα αυτή τη νέα κατεύθυνση. Ωστόσο, ο συνδυασμός της αυξανόμενης επιφυλακτικότητας της κοινής γνώμης απέναντι στην Κίνα, της αυξανόμενης πίεσης που δέχεται η γερμανική βιομηχανία και της διάθεσης για μια πιο δυναμική πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο δημιουργεί μια πολιτική εντολή την οποία οι Γερμανοί πολιτικοί και οικονομικοί αξιωματούχοι θα μπορούσαν ακόμη να αξιοποιήσουν.
Οι απόψεις της γερμανικής κοινής γνώμης για την ενεργειακή μετάβαση θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνουν τους ηγέτες της χώρας. Οι ψηφοφόροι θέλουν να δουν επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: το 57% τάσσεται υπέρ αυτού που θα ισοδυναμούσε με την αυξανόμενη ηλεκτροποίηση της οικονομίας. Στο σύνολο των χωρών που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση του ECFR, το 61% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι υποστηρίζει την προτεραιότητα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στον τομέα των καθαρών τεχνολογιών.
Αυτή η δημόσια στήριξη θα πρέπει να βοηθήσει να πειστούν οι ηγέτες, μεταξύ άλλων και στη Γερμανία, ότι μπορούν να λάβουν μέτρα για να περιορίσουν τις αναδυόμενες εξαρτήσεις από την Κίνα. Μπορούν να επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση, μειώνοντας παράλληλα τους κινδύνους για τον τομέα των καθαρών τεχνολογιών, μέσω της παροχής στήριξης στις εγχώριες ευρωπαϊκές βιομηχανίες, από την αιολική ενέργεια έως τις μπαταρίες.
Για το Βερολίνο, αλλά και για τις πρωτεύουσες σε ολόκληρη την Ευρώπη, είναι ασφαλέστερο να προχωρήσουν παρά να καθυστερούν. Η κινεζική οικονομική πολιτική προκαλεί ήδη ανεπανόρθωτη ζημιά στην ευρωπαϊκή βιομηχανία — όμως οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εξακολουθούν να πρέπει να προστατεύσουν μια ολοένα και περισσότερο ηλεκτροποιημένη οικονομία από την εργαλειοποίησή της από την Κίνα. Εάν αποτύχουν να το πράξουν, οι κυβερνήσεις σχεδόν σίγουρα θα πληρώσουν το τίμημα στην κάλπη. Εκείνες που θα προωθήσουν την ηλεκτροποίηση και τη μείωση των οικονομικών κινδύνων από την Κίνα ως ένα ενιαίο πακέτο είναι πιθανότερο να αποκομίσουν τα πολιτικά οφέλη.
Διαβάστε το άρθρο στην αρχική του δημοσίευση εδώ.
Επιμέλεια - Απόδοση: Νικόλας Σαπουντζόγλου