Capital Παρασκευή, 27-Μαρ-2026 Της Alexandra Prokopenko Carnegie Europe
Παρά τις συχνές δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι η νίκη στο Ιράν είναι κοντά, δεν διαφαίνεται κανένα τέλος στις εχθροπραξίες στον Περσικό Κόλπο. Αντιθέτως, νέες προσεγγίσεις για περιορισμένη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ εφαρμόζονται σταδιακά.
Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης έχει αρχίσει να εκδίδει επί πληρωμή άδειες διέλευσης σε πλοία που δεν ευθυγραμμίζονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ισραήλ, και ολοένα και περισσότερες χώρες επιθυμούν να συζητήσουν την "ασφαλή διέλευση των πλοίων τους". Οι συνέπειες του περιορισμένου διαμετακομιστικού εμπορίου για την αγορά πετρελαίου είναι ήδη σαφείς και ευρέως γνωστές. Δεν δίνεται όμως η ίδια προσοχή στον αντίκτυπο στην παγκόσμια αγορά λιπασμάτων. Οι αλλαγές εκεί θα είναι πιο σταδιακές, αλλά μη αναστρέψιμες. Οι τιμές των τροφίμων θα χρειαστούν έξι έως εννέα μήνες για να αντιδράσουν στο σοκ προσφοράς στην αγορά λιπασμάτων που προκύπτει από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Εν τω μεταξύ, η Ρωσία ενδέχεται να αποκομίσει πιο διαρκή οφέλη από το να γεμίζει προσωρινά τα ταμεία της με πετροδολάρια. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν την πιο σημαντική διαδρομή διαμετακόμισης όχι μόνο για το πετρέλαιο αλλά και για τα λιπάσματα. Οι χώρες του Περσικού Κόλπου αντιπροσωπεύουν περίπου το 46% της παγκόσμιας θαλάσσιας διακίνησης ουρίας και περίπου το 30% της διακίνησης αμμωνίας. Αυτές οι ενώσεις αζώτου είναι καθοριστικές για την αποδοτική καλλιέργεια σχεδόν κάθε αγροτικής παραγωγής τροφίμων. Ωστόσο, η αποστολή τους από τον Περσικό Κόλπο έχει σχεδόν πλήρως παραλύσει.
Οι διαταραχές στη θαλάσσια διαμετακόμιση μέσω των στενών έχουν ήδη προκαλέσει απότομη άνοδο στις τιμές των αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων. Σύμφωνα με την Πλατς, στις 19 Μαρτίου, η τιμή FOB (ελεύθερο επί του πλοίου) για κοκκώδη ουρία Μέσης Ανατολής ανήλθε στα 604–710 δολάρια ανά τόνο, από 436–494 πριν από την έναρξη του πολέμου. Η κοκκώδης ουρία στη Νοτιοανατολική Ασία βρισκόταν στα 750 δολάρια ανά τόνο στις 19 Μαρτίου, από 490–498 στα τέλη Φεβρουαρίου. Αν και οι τιμές αυτές παραμένουν χαμηλότερες από τα ιστορικά υψηλά του 2022, συνεχίζουν να αυξάνονται.
Επιπλέον, σε αντίθεση με το πετρέλαιο, δεν υπάρχουν στρατηγικά αποθέματα ουρίας, ούτε εναλλακτικοί αγωγοί για την αμμωνία, ούτε προγράμματα στρατιωτικής συνοδείας. Η Σαουδική Αραβία έχει δημιουργήσει υποδομές για εξαγωγή πετρελαίου παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ, αλλά δεν υπάρχουν αντίστοιχες λύσεις για τα λιπάσματα.
Η χρονική υστέρηση μεταξύ των διαταραχών στην προσφορά λιπασμάτων και της αύξησης των τιμών των τροφίμων μετριέται σε καλλιεργητικές περιόδους και όχι σε ημέρες. Ένας αγρότης που δεν έχει πρόσβαση σε ουρία στην αρχή της περιόδου σποράς μπορεί να χρησιμοποιήσει λιγότερο λίπασμα, να στραφεί σε διαφορετική καλλιέργεια ή να μην σπείρει καθόλου. Αυτή η απόφαση επηρεάζει τη συγκομιδή σε τρεις έως έξι μήνες και χρειάζεται ακόμη περισσότερο χρόνο για να επηρεάσει τις τιμές στα σούπερ μάρκετ. Σήμερα βρισκόμαστε στην αρχή αυτού του κύκλου. Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ εκτιμά ότι ο αριθμός των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 45 εκατομμύρια, φτάνοντας σε ιστορικό υψηλό 363 εκατομμυρίων, εάν ο πόλεμος στο Ιράν δεν λήξει μέχρι τα μέσα του 2026 και οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι. Η γεωγραφική κατανομή αυτής της αύξησης είναι προβλέψιμη και πολιτικά σημαντική: επιπλέον 17,7 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ανατολική και Νότια Αφρική, 10,4 εκατομμύρια στη Δυτική και Κεντρική Αφρική και 9,1 εκατομμύρια στην Ασία. Πολλοί σε αυτές τις περιοχές θα είναι πρόθυμοι να αγοράσουν όχι μόνο ρωσικά λιπάσματα, αλλά και το αφήγημα του Κρεμλίνου ότι η Μόσχα είναι ο καλύτερος εγγυητής επισιτιστικής ασφάλειας για τον Παγκόσμιο Νότο. Παρόμοιες δυναμικές εκτυλίχθηκαν το 2022, όταν η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έπληξε επίσης σκληρά την αγορά λιπασμάτων. Ωστόσο, τότε οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα της Μαύρης Θάλασσας είχαν ταυτόχρονα αυξήσει τις τιμές των σιτηρών, γεγονός που αντιστάθμισε εν μέρει το αυξανόμενο κόστος των λιπασμάτων για τους αγρότες. Σήμερα, οι τιμές των σιτηρών αυξάνονται μόνο ελαφρώς, επειδή το Ιράν δεν είναι σημαντικός γεωργικός παραγωγός. Έτσι, τα αυξημένα έξοδα για τους αγρότες στην αρχή της καλλιεργητικής περιόδου δεν αντισταθμίζονται από υψηλότερες τιμές παραγωγής, και οι συνέπειες για την αγορά τροφίμων θα εμφανιστούν αργότερα και θα διαρκέσουν περισσότερο.
Όπως και στην αγορά πετρελαίου, η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς ωφελημένους της αναταραχής στην αγορά λιπασμάτων. Η Ρωσία αντιπροσωπεύει περίπου το 23% των παγκόσμιων εξαγωγών αμμωνίας, το 14% των εξαγωγών ουρίας και —μαζί με τη Λευκορωσία— το 40% των παγκόσμιων εξαγωγών ποτάσας. Επιπλέον, η εξαγωγική της υποδομή είναι πλήρως ανεξάρτητη από τα Στενά του Ορμούζ. Η Μόσχα δεν χρειάζεται κατάπαυση του πυρός, στρατιωτική συνοδεία ή διπλωματική πρόοδο για να αυξήσει τις αποστολές της. Το μόνο που χρειάζεται είναι παραγγελίες, και αυτές αυξάνονται συνεχώς. Εισαγωγείς στη Νιγηρία και τη Γκάνα ήδη προαγοράζουν ρωσικά λιπάσματα για το τρίτο τρίμηνο του 2026. Πρόκειται για μια ορθολογική αντίδραση της αγοράς στην εξαφάνιση της ανταγωνιστικής προσφοράς και, μόλις εδραιωθούν, αυτές οι σχέσεις θα μετατραπούν σε εξάρτηση που μπορεί να διαρκέσει πέρα από οποιαδήποτε κατάπαυση του πυρός.
Η Μόσχα έχει ήδη χρησιμοποιήσει αυτή την τακτική. Το 2022–2023, το Κρεμλίνο αξιοποίησε την Πρωτοβουλία Σιτηρών της Μαύρης Θάλασσας ως διπλωματικό μοχλό στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή, πιέζοντας τις χώρες-εισαγωγείς για πιο φιλικές θέσεις και αντίστοιχες ψήφους στον ΟΗΕ ως άτυπη προϋπόθεση για την επανέναρξη των παραδόσεων. Τα λιπάσματα είναι ακόμη πιο βολικό εργαλείο πίεσης. Λαμβάνουν λιγότερη προσοχή από τα μέσα ενημέρωσης στη Δύση σε σχέση με το σιτάρι και είναι πιο κρίσιμα για τον αγροτικό τομέα. Οι γραφειοκράτες που είναι υπεύθυνοι για την προμήθεια λιπασμάτων στην Αιθιοπία και το Μπαγκλαντές δεν σκέφτονται τη σύγκρουση στην Ουκρανία όταν χρειάζονται ουρία πριν από την περίοδο των μουσώνων. Καλούν το Κρεμλίνο, και το Κρεμλίνο απαντά. Η Μόσχα γνωρίζει πολύ καλά αυτές τις νέες ευκαιρίες. Σε συνέντευξη στις 18 Μαρτίου στην εφημερίδα Κομερσάντ, ο βοηθός του προέδρου Νικολάι Πατρούσεφ δήλωσε ότι ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν δεν είναι μια προσωρινή κρίση, αλλά μια δομική αναδιάταξη που πρέπει να αξιοποιηθεί. Σύμφωνα με τον Πατρούσεφ, η αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση είναι "καταλύτης για την ανακατανομή της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς και τη διατάραξη της θαλάσσιας εφοδιαστικής" και έχει "απρόβλεπτες ανθρωπιστικές και οικονομικές συνέπειες".
Ο Πατρούσεφ δεν έκανε καμία αναφορά στην Ουκρανία στη συνέντευξη. Ωστόσο, πρότεινε την παροχή ναυτικών συνοδειών για την προστασία εμπορικών πλοίων. Τον Αύγουστο του 2024, ο Πατρούσεφ διορίστηκε πρόεδρος του νεοσύστατου Ρωσικού Ναυτικού Συμβουλίου. Εν τω μεταξύ, ο γιος του, Ντμίτρι Πατρούσεφ, είναι αναπληρωτής πρωθυπουργός αρμόδιος για τη γεωργία και την παραγωγή λιπασμάτων. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ προκαλεί μια αλυσιδωτή αντίδραση τριών διαδοχικών σοκ στον αγροτικό τομέα. Το πρώτο —η αύξηση των τιμών των λιπασμάτων— βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Ακόμη και οι αγρότες στις ανεπτυγμένες χώρες το αισθάνονται, αν και λιγότερο έντονα λόγω των υπαρχόντων αποθεμάτων και της πρόσβασης σε χρηματοδότηση.
Το δεύτερο —η μείωση των αποδόσεων των καλλιεργειών ως αποτέλεσμα των υψηλών τιμών λιπασμάτων— θα εμφανιστεί το φθινόπωρο. Ο αντίκτυπός του θα είναι άνισος: οι αγροτικοί παραγωγοί στις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΕ θα βρουν ευκολότερα εναλλακτικούς προμηθευτές σε σύγκριση με εκείνους σε πολλές χώρες της Αφρικής και της Ασίας.
Το τρίτο —ο πληθωρισμός των τροφίμων— θα ακολουθήσει το 2027. Τα τρόφιμα είναι αγαθό με πολύ χαμηλή ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή, ιδιαίτερα στις φτωχότερες χώρες. Ένα σοκ προσφοράς μεταφράζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε υψηλότερες τιμές αντί για χαμηλότερη κατανάλωση, και η μείωση της κατανάλωσης είναι από μόνη της καταστροφή: στις φτωχότερες χώρες σημαίνει λιμό και όχι απλώς αλλαγές στη σύνθεση του καταναλωτικού καλαθιού.
Για τη Ρωσία, καθένα από αυτά τα τρία σοκ είναι σημαντικό με τον δικό του τρόπο. Η Μόσχα επέβαλε ποσοστώσεις εξαγωγών στα λιπάσματα ήδη από το 2025 προκειμένου να σταθεροποιήσει την εγχώρια αγορά. Μια ταχεία αύξηση των εξαγωγών θα απαιτούσε αντίστοιχες κυβερνητικές αποφάσεις και θα μπορούσε να προσκρούσει σε περιορισμούς υποδομών στα λιμάνια. Ιστορικά, η Ρωσία ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας άνυδρης αμμωνίας στον κόσμο· ωστόσο, ο αγωγός αμμωνίας Τολιάτι–Οδησσού δεν λειτουργεί επί του παρόντος λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Ένας νέος τερματικός σταθμός στη Χερσόνησο Ταμάν υποτίθεται ότι θα έλυνε εν μέρει αυτό το ζήτημα, αλλά οι λεπτομέρειες για την πλήρη δυναμικότητά του παραμένουν ασαφείς. Παρ’ όλα αυτά, το Κρεμλίνο έχει ήδη δηλώσει ότι "η Ρωσία είναι μία από τις λίγες χώρες που μπορούν να εξασφαλίσουν αυξανόμενη προσφορά στην αγορά".
Μακροπρόθεσμα, το Κρεμλίνο θα αποκομίσει γεωπολιτικά οφέλη από την αναταραχή στον Περσικό Κόλπο και όχι μόνο οικονομικά. Πρόσθετα έσοδα από το πετρέλαιο είναι πιθανά, αλλά μπορεί να εξαντληθούν. Αντίθετα, οι υψηλότερες τιμές στα λιπάσματα και τα τρόφιμα αποτελούν νίκη διαφορετικής κλίμακας. Η Ρωσία δεν θα επωφεληθεί μόνο από την άνοδο των τιμών· θα έχει την ευκαιρία να μετατρέψει τη δύναμή της στην αγορά σε πολιτική επιρροή και να αποκτήσει μοχλό πίεσης σε χώρες των οποίων η ουδετερότητα είναι ζωτικής σημασίας για τη Δύση. Ο πόλεμος στο Ιράν πιθανότατα θα τελειώσει πριν οι περισσότεροι αντιληφθούν τη σύνδεσή του με την άνοδο των τιμών των τροφίμων το 2027. Μέχρι τότε, η Ρωσία θα μπορεί να παρουσιαστεί ως ένας αναντικατάστατος προμηθευτής που έσωσε τον κόσμο από την πείνα. Το Κρεμλίνο δεν έσπειρε αυτή τη σοδειά, αλλά πιθανότατα θα τη θερίσει.
Διαβάστε το άρθρο στην αρχική του δημοσίευση εδώ.
Επιμέλεια - Απόδοση: Νικόλας Σαπουντζόγλου